Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.5.12

Προσοχή! Ο Captain δαγκώνει


Δεν είχα σκοπώ να γράψω κάτι για τους «Avengers». Η ταινία ήταν τόσο αδιάφορη που την ξέχασα πέντε λεπτά μετά την έξοδό μου από την αίθουσα. Είμαι πεπεισμένος ότι θα την ξεχνούσα νωρίτερα αν δεν υπήρχαν αναρτημένες σε κάθε γωνιά του σινεμά (και του καταστήματος με τα παιχνίδια) αφίσες με τους ήρωες. Άσε που οι οθόνες πρόβαλαν συνεχώς αποσπάσματα με τον Hulk να δέρνει τους κακούς και τον Iron Man να λέει εξυπνάδες στον Loki. Και να σκεφτείτε ότι όλα αυτά τα γράφει ένας comic book geek.

Όταν ενημερώθηκα ότι οι «Εκδικητές» έκαναν το καλύτερο άνοιγμα ταινίας όλων των εποχών στις ΗΠΑ, κόντεψα να σκάσω. Δεν μπορεί να έχεις ένα σενάριο τόσο τρύπιο όσο των «Avengers» (ήθελα να κάνω έναν παραλληλισμό αλλά αυτολογοκρίθηκα) και να έχεις καταφέρει να οδηγήσεις στην αίθουσα, κυριολεκτικά τους πάντες. Θα πεις: «Εντάξει… είχε ωραία εφέ». Ναι, είχε. Τίποτα όμως τόσο εντυπωσιακό που να μην το έχουμε ξαναδεί. Γνωρίζω ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να κάνω αριστουργήματα με μηδενικό κόστος και με σενάριο πιο δεμένο και αληθοφανές από των «Εκδικητών». Και έχω κάτι στο νου μου. Τα ακούει ο Μολυβιάτης; Τι μας δίδαξε, λοιπόν, η εμπειρία των «Avengers»; Ότι με πέντε τσακαλάκια στο τμήμα μάρκετινγκ μπορείς να καταφέρεις τα πάντα.

Επειδή όμως το κοινό δεν είναι τόσο χαζό και δεν θέλω να δω τους παραγωγούς να ζητιανεύουν στον δρόμο και τον Captain America να αναγκάζεται να δουλέψει ως σεκιουριτάς σε πολυκατάστημα και να του κάνει μαγκιές ο κάθε τυχάρπαστος πελάτης (φιλοξενώ και αποκλειστική φωτογραφία από το μέλλον) καλά θα κάνουν οι παραγωγοί να επιλέξουν με σωφροσύνη το σενάριο της συνέχειας. Μια της αρπαχτής, δυο της αρπαχτής… Στην τρίτη καίγεσαι (αυτό δεν σημαίνει ότι τους παίρνει να κάνουν ένα κακό sequel). Έχω την αίσθηση ότι ακόμη και το ενδεχόμενο να δούμε τον Captain σε ρόλο σεκιουριτά θα είναι καλύτερο από αυτό που μπορεί να έχουν στα σκαριά. Και ας έβγαλαν διακόσια εκατομμύρια δολάρια μέσα σε ένα σαββατοκύριακο...

21.2.12

Hugo - Η μαγεία του σινεμά




Στην προηγούμενή μου ανάρτηση «έκραξα» την «Αόρατη απειλή». Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο διαπιστώνω ότι έπραξα πολύ καλά. Δεν ξενέρωσα με το σενάριο (για αυτό είχα ξενερώσει πριν από μια δεκαετία) αλλά για την κάκιστη μετατροπή της ταινίας σε 3d. Με τα μέσα, τους μάγους των εφέ και τα χρήματα που είχε στη διάθεσή του ο Τζόρτζ Λούκας, περίμενα περισσότερα. Επειδή όμως θα αρχίσω πάλι να δαιμονίζομαι -και δεν το θέλω- περνώ κατ’ ευθείαν στο παρασύνθημα: εκτιμώ αφάνταστα τον Μάρτιν Σκορσέζε ως σκηνοθέτη. Ίσως όχι για όλες τις ταινίες του αλλά σίγουρα για το «Goodfellas», το «The departed» και μερικές ακόμη.


Μέχρι πριν από λίγες μέρες θεωρούσα –εσφαλμένα- ότι μία ταινία του Σκορσέζε πρέπει να περιλαμβάνει απαραιτήτως κάποια από τα ακόλουθα στοιχεία: Νέα Υόρκη, ιταλούς μετανάστες, μαφιόζους, σφαίρες, εκβιασμούς, μοιραίες γυναίκες, χρήματα και μεγάλες σεναριακές ανατροπές. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα έμπαινε ποτέ στην διαδικασία να γυρίσει μια ταινία για όλη την οικογένεια που θα «παίζει» με τα συναισθήματα των θεατών (μικρών και μεγάλων), θα έχει πρωταγωνιστή έναν πιτσιρικά και σε β’ ρόλους τον Μπεν Κίνγκσλεϊ, τον Σάσα Μπάρον Κοέν (σε ρόλο κατάλληλο για να τον παρακολουθήσουν παιδιά), τον Κρίστοφερ Λι (σε ρόλο χωρίς μυτερούς κυνόδοντες) και τον Τζουντ Λο. Το τόλμησε και γεννήθηκε ο «Hugo». Όσοι είδαν την ταινία -συμπεριλαμβάνω τους κριτικούς κινηματογράφου- θα πρέπει να είναι πολύ χαρούμενοι για αυτό.


Για το σενάριο δεν θα γράψω τίποτα γιατί δεν θέλω να προβώ σε αποκαλύψεις. Θα αρκεστώ να γράψω ότι βασίστηκε σε μια άκρως επιτυχημένη συνταγή, το μπεστ σέλερ του Μπράιαν Σέλζνικ «The invention of Hugo Cabret». Τώρα, βέβαια, θα μου πεις: «Και τι μ’ αυτό. Δεν θα μπορούσε να το καταστρέψει;». Φυσικά και θα μπορούσε! Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι ακόμη και τα πιο καλά βιβλία μπορούν να γίνουν άθλιες ταινίες. Ευτυχώς, το μόνο που έκανε ο Σκορσέζε είναι να το απογειώσει. Ίσως, χάρη στην φαεινή του ιδέα να το γυρίσει σε 3d. Παρότι δεν είχε δουλέψει ποτέ του με τη συγκεκριμένη τεχνολογία και, γενικότερα με εφέ, διαστημόπλοια και φωτόσπαθα (τα ακούει ο μουσάτος με το επίθετο «Λούκας»;), κατάφερε να την αξιοποιήσει στο έπακρο. Να τα βλέπουν κάποιοι που προσπαθούν με την τεχνολογία να αναστήσουν ένα πεθαμένο σενάριο (αυτό πηγαίνει στους «Αθάνατους». Πατήστε εδώ για να φρεσκάρετε τη μνήμη σας). Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό και αξίζει να το παρακολουθήσουν οι πάντες. Εξαιρούνται αυτοί που την βρίσκουν αποκλειστικά με ταινίες που περιέχουν πιστολίδι, έντερα στα πατώματα, αιμοδιψή ζόμπι, κακούς εξωγήινους και εμπόρους ναρκωτικών (ναι, σε σένα αναφέρομαι Νίκο).


Δεν ξέρω πόσες από τις έντεκα υποψηφιότητες θα καταφέρει να μετατρέψει σε Όσκαρ ο «Ουγκό» -υπάρχουν μερικοί πολύ «δυνατοί» αντίπαλοι (καλή ώρα ο «Artist»)- είναι όμως σίγουρο ότι έχει καταφέρει να κατακτήσει το δυσκολότερο βραβείο απ’ όλα: την εκτίμηση του κοινού. Ακόμη και του παράξενου, στρυφνού δημοσιογράφου που υπογράφει το κείμενο που διαβάζετε…

16.11.11

Θάνατος στους "Αθάνατους"



Τα έλεγε ο καημένος ο μπάρμπα Κυριάκος αλλά οι γιοι του δεν τον άκουγαν. Από το αυτί του ενός έμπαιναν τα λόγια του, από το αυτί του άλλου έβγαιναν: "Τσάρλι, Βλας, ανοίξτε κάνα βιβλίο μυθολογίας γιατί σας βλέπω να μένετε ντουβάρια”, τους φώναζε. "Άσε μας, ρε πατέρα με τη μυθολογία. Πού θα μας χρειαστεί;" του αποκρίνονταν εκείνοι και συνέχιζαν να μαζεύουν κάρτες με παίκτες του μπέιζμπολ. Και δεν έφτανε που τα παιδιά του δεν είχαν καθόλου όρεξη για διάβασμα, είχε και το εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ τα μαύρα του τα χάλια -όχι σαν το δικό μας που με τις φωτοτυπίες και τα cd αποτελεί πρότυπο εκπαίδευσης. Πού να μάθεις μυθολογία; Κουτσά-στραβά έμαθαν τα βασικά της και αποφάσισαν να ασχοληθούν με τη νομική όταν μεγαλώσουν. Και τα χρόνια πέρασαν...

Κάποια στιγμή ένας κινηματογραφικός παραγωγός είχε τη φαεινή ιδέα να γυρίσει μία περιπέτεια που θα διαδραματίζονταν στην αρχαία Ελλάδα. “Ποιους έλληνες σεναριογράφους ξέρουμε που να παίζουν την μυθολογία στα δάχτυλα;” άρχισε να ρωτάει φίλους και γνωστούς. “Ποιους; Τους καλύτερους: τα αδέρφια Παρλαπανίδη. Ξέρουν την μυθολογία απ' έξω και ανακατωτά. Θα σε βγάλουν ασπροπρόσωπο”. Τους ανέθεσε την συγγραφή των “Αθανάτων” και κοιμήθηκε ήσυχος. Όταν βγήκε η ταινία στις αίθουσες, αποδείχτηκε ότι τα αδέρφια από το Νιου Τζέρσεϊ ήξεραν την μυθολογία μόνο ανακατωτά. Ένα συμβάν από εδώ, ένα από κει... Και έμεινε ο κόσμος να βλαστημάει τη στιγμή που πλήρωσε εισιτήριο για να δει τη βαλούτα και ο δάσκαλός τους στο σχολείο να μετανιώνει που δεν τους άφησε για μια ζωή στην τετάρτη δημοτικού.

Καλά, θα πείτε, τόσο φέσι η ταινία; Όσο δεν φαντάζεστε... Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσω το εξής: όταν αποφάσισα να τη δω, ήξερα τι πήγαινα να παρακολουθήσω: ένα παραμύθι-μούφα με μπόλικο αίμα, την τεστοστερόνη των πρωταγωνιστών να μουσκεύει το πανί της οθόνης και το αλάτι από το ποπ κορν να ξεραίνει τα χείλη μου. Δεν περίμενα να δω μια ιστορία που θα βασίζεται στην “Θεογονία” του Ισίοδου. Δεν περίμενα όμως να δω και αυτό το χάλι. Και σας το λέει κάποιος που “κράζει” τους “Ελληναράδες” που δεν σηκώνουν μύγα στην μυθολογία μας. Πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις... Ρε μάγκες, από την στιγμή που αποφασίσατε να γυρίσετε μια ταινία που διαδραματίζεται στην Ελλάδα, γιατί δεν χρησιμοποιήσατε πραγματικές ονομασίες που -πάει στην ευχή- θα έδιναν και μια αίσθηση αληθοφάνειας; Γιατί το μαντείο της ταινίας δεν είναι κάποιο που υπήρχε στην πραγματικότητα; Γιατί τα ελληνικά που ακούγονται στην ταινία είναι πιο χάλια και από αυτά που μιλά μεθυσμένη σκανδιναβή τουρίστρια; Πληρώσατε πεντακόσια άτομα για να δουλέψουν στα εφέ, τόσο δύσκολο ήταν να δώσετε 300 δολάρια σε κάποιον για να μάθει στους πρωταγωνιστές τέσσερις προτάσεις; Στα απόκρυφά σας (διαφορετικά ήθελα να το γράψω) δηλαδή;  Αλλά, θα μου πεις, τι έγινε που θα προβληθεί η ταινία και στην Ελλάδα; Αυτοί εκεί κάτω έχουν να ασχοληθούν με το χρέος τους, την ταινία θα προσέξουν;

Και μπορεί να δέχτηκα όλες τις σαχλές ανακρίβειες του σεναρίου αλλά δεν μπορώ να δεχτώ τον Σταύρο και τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασαν τους θεούς. Κάθε ταινία που γυρίζεται από αμερικανούς, διαδραματίζεται στην Ελλάδα και σέβεται τον εαυτό της πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα δύο από τα παρακάτω: σουβλάκι ή μουσακά, μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, ελληνικές ατάκες, συρτάκι και κάποιον που να ονομάζεται Σταύρος. Τι σημασία έχει που το όνομα Σταύρος εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά την σταύρωση του Κυρίου; Σάμπως, ποιος θα το καταλάβει; Το κακό είναι ότι οι παραγωγοί έχασαν την ευκαιρία να “απογειώσουν” την ταινία. Χρησιμοποίησαν μόνο τον Σταύρο και κανένα άλλο στοιχείο. Αφού την κάνεις την ακροβασία, βάλε και έναν θεό να χορεύει συρτάκι. Όλα εγώ πρέπει να σας τα λέω;


Και περνώ στους θεούς... Δεν με πειράζει που η ενδυμασία τους ξεπηδά από επίδειξη μόδας του Γκαλιάνο ή που παραπέμπει σε ιερείς των Ίνκας. Κανένα πρόβλημα. Δεν μπορείς όμως ρε μεγάλε να παίζεις και με τον ανδρισμό μας. Μεγαλώσαμε γνωρίζοντας ότι ο Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, είχε πλαγιάσει με τον μισό γυναικείο πληθυσμό του τότε γνωστού κόσμου. Ταυτιστήκαμε μαζί του. Και έρχεσαι εσύ και μας εμφανίζεις τον παρακάτω τύπο για θεό; Με περισσότερες γυναίκες έχει πάει η Αθηνά της ταινίας παρά ο λεβέντης...


Και επειδή δεν θέλω να κάνω τον εξυπνάκια αντιρρησία που δεν έχει να πει καλή κουβέντα, πρέπει να αναγνωρίσω και το θετικό στοιχείο της ταινία. Όσοι την είδατε (ελάτε, μην κλαίτε) θα το βρουν αμέσως. Πρόκειται για τη σκηνή που η παρθένα Φαίδρα αποφασίζει να δώσει ό,τι πολυτιμότερο έχει στον Θησέα. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις σε τρεις διαστάσεις (χαλάλι τα δώδεκα ευρώ) τον γυμνό πισινό της Φρέιντα Πίντο σε πρώτο πλάνο; Απλώνεις το χέρι και τον ακουμπάς. Γίνεσαι μέρος του σεξουαλικού παιχνιδιού. Η Φρίντα και ο Χένρι Καβίλ σε προσκαλούν σε ένα κινηματογραφικό όργιο. Και μετά συνειδητοποιείς ότι μαζί με σένα καλούν και τα άλλα διακόσια άτομα που βρίσκονται στην αίθουσα και ξενερώνεις...

Η ετυμηγορία: Οι “Αθάνατοι” έπρεπε να είχαν πεθάνει προτού βγουν στις κινηματογραφικές αίθουσες. Αν θέλετε οπωσδήποτε να δείτε Ελλάδα, βαρβατίλα και γνήσιο τσαμπουκά βάλτε ξανά στο dvd αυτό...


Αν θέλετε να πάτε στο σινεμά, προτιμήστε τις περιπέτειες του “Τεν Τεν”.